Ανατροπή άρθρων του Κανονισμού λειτουργίας της ΙΘΣΧ λόγω των κακών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος

Δύο ὅμως μῆνες μετά τήν ἀνάληψη των εὐθυνῶν τῆς Σχολαρχίας εὑρέθη ἀντιμέτωπος μέ ἀπροσδοκήτους ἐξελίξεις, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν λειτουργίαν καί τό μέλλον τῆς Σχολῆς, λόγω τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν, ποῦ διεμορφώθησαν εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὁμογενείας τῆς Πόλης, καί κατ' ἐπέκτασιν καί εἰς τήν ὁμαλήν λειτουργίαν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὡς τοῦ κατ' ἐξοχήν ἱδρύματος καί φυτωρίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μετά τά πρωτοφανῆ καί τρομερά γεγονότα τῆς 6ης πρός τήν 7ην Σεπτεμβρίου τοῦ 1955, ἐξ αἰτίας τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, κατά τῶν ἱερῶν ναῶν, τῶν ἱδρυμάτων ἐκπαιδευτικῶν καί μή, καί τῆς περιουσίας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τοῦ Ποιμνίου της. Διό καί ἐν ὄψει τῶν ἀναμενόμενων ἀρνητικῶν συνεπειῶν καί ἐπιπτώσεων εἰς τήν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς, τό ἐνδιαφέρον καί ἡ προσοχή τοῦ νέου Σχολάρχου Ἀρχιμ. Μαξίμου συνεκεντρώθη εἰς τήν ἀντιμετώπιση αὐτῶν, καί ἰδιαίτερα εἰς τήν αὐστηρή τήρηση καί τήν ἀπαρέγκλιτη ἐφαρμογή τοῦ Κυβερνητικῶς ἐγκεκριμένου Κανονισμοῦ, οὕτως ὥστε νά ἀποφευχθῇ οἱαδήποτε αἰτιολογία διά τήν ἀναστολήν λειτουργίας τῆς Σχολῆς, καί νά συνεχισθῇ πάσῃ θυσία, ἡ ἐπιτευχθεῖσα ὑπό τοῦ Προκατόχου του Μητροπολίτου Ἰκονίου Ἰακώβου ὁλοκλήρωσις τοῦ νέου ἀκαδημαϊκοῦ συστήματος λειτουργίας της.

Παρά τήν συνέχιση τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν, διά τήν ζωήν καί τήν ὑπόστασιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Πληρώματος αὐτοῦ, καί τῶν ἤκιστα εὐμενῶν διαθέσεων καί ἐκδηλώσεων κατ' αὐτῶν, καί δή κατά τῶν κληρικῶν, καί τῆς ἐκπαιδευούσης αὐτούς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἀπό μέρους τῆς Πολιτείας, λόγω τῆς ἡγετικῆς θέσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, εἰς τόν Κυπριακόν ζήτημα, καί παρά τοῦς συνεχῶς ἐντεινομένους ἐλέγχους τῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐπί τῆς Παιδείας πρός διερεύνησιν καί ἀνακάλυψιν τυχόν παραλείψεων εἰς τήν ἐφαρμογήν τοῦ Κανονισμοῦ λειτουργίας τῆς Σχολῆς, καθώς καί τούς περιορισμούς καί τάς ἐπιβληθείσας ἀπαγορεύσεις εἰς διαφόρους ἐκδηλώσεις καί πρακτικάς, ἐντός καί ἐκτός τῆς Σχολῆς, ἀναγκαίας διά τόν καταρτισμόν τῶν θεολόγων σπουδαστῶν, ὡς μελλόντων κληρικῶν, ἡ Σχολή, ὑπό τήν ἀκάματην διεύθυνσιν καί τό ἀγωνιστικόν σθένος τοῦ νέου Σχολάρχου Ἀρχιμ. Μαξίμου Ρεπανέλλη συνέχισε τήν κανονικήν αὐτῆς λειτουργίαν κατά τήν δύσκολον αὐτήν περίοδον τῶν τεσσάρων ἐτῶν (1955 - 1959) καί μέχρι τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξύ τῆς Τουρκίας καί τῆς Ἑλλάδος, μετά τήν ὑπογραφήν τῶν συμφωνιῶν Ζυρίχης καί Λονδίνου τόν Φεβρουάριον τοῦ ἔτους 1959 διά τήν διευθέτησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος.

Ἡ ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶχεν ἄμεσον ἀντίκτυπον καί εἰς τήν συμπεριφοράν καί τάς διαθέσεις τῆς Πολιτείας ἔναντι τῆς Σχολῆς, διά τῆς ἄρσεως πολλῶν περιοριστικῶν διά τήν λειτουργίαν αὐτῆς μέτρων. Δυστυχῶς ὅμως τά ἐπακολουθήσαντα γεγονότα, μέσα σέ σύντομο χρονικό διάστημα, ἤτοι ἡ ἀνατροπή τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ὑπό τῶν στρατιωτικῶν καί ἡ ὑπ' αὐτῶν διακυβέρνησις τῆς Χώρας, τόν Μάϊον τοῦ ἔτους 1960, καί ἡ ἐπανάληψις τῶν συγκρούσεων καί ἀντιπαραθέσεων εἰς τήν νεοσύστατον Δημοκρατίαν τῆς Κύπρου, ἀπό τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1963, ὡδήγησαν ἐκ νέου εἰς τήν ἐπιδείνωσιν τῶν μεταξύ των δύο Χωρῶν σχέσεων καί συνεπῶς καί εἰς τήν ἐξαγγελίαν καί ἐπιβολήν νέων περιοριστικῶν μέτρων διά τήν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς.

Τό σκληρότερο τῶν μέτρων αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀπό τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους 1964 - 1965 ἐπιβληθεῖσα ὑπό τοῦ Ὑπουργείου ἐπί τῆς Παιδείας ἀπαγόρευσις προσλήψεως καί προσελεύσεως δι' ἐγγραφήν εἰς τήν Σχολήν σπουδαστῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀπ’ὅπου καί προήρχετο ὁ μεγαλύτερος ἀριθμός αὐτῶν, σέ ποσοστό περίπου ὀγδονταπέντε τοῖς ἕκατον. Ἡ ἀπαγόρευσις αὐτή ἦτο ἕνα μεγάλο καί ἰσχυρό πλῆγμα κατά τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, ὡς Πανορθοδόξου θεολογικοῦ φυτωρίου, ταυτόχρονα δέ προεμήνυε, ὅτι τό μέτρο αὐτό ἀπετέλει δι’ αὐτήν τήν ἀπαρχήν τοῦ τέλους της.