Πως βλέπει και επιθυμεί το καθεστώς της επαναλειτουργίας της ΙΘΣΧ το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Σήμερον, εἴκοσι τρία ἔτη μετά τό κλείσιμο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τό θέμα τῆς ἐπαναλειτουργίας της διά πρώτην φοράν συζητεῖται εὐρύτερα καί ἔχει προκαλέσει τό διεθνές ἐνδιαφέρον, χάρις εἰς τάς πρωτοβούλους ἐνεργείας, τάς ὅποιας καταβάλλει πρός τόν σκοπόν αὐτόν, ἀπό τῆς ἀναρρήσεώς του εἰς τόν Πατριαρχικόν Θρόνον, τόν Νοέμβριον τοῦ 1991, ἡ Α. Θ. Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος πρός τάς κρατικάς Ἀρχάς, μέ ἐπίσημα καί ἐπανειλημμένα πρός αὐτάς διαβήματα.

Δυστυχῶς οὐδεμία μέχρι στιγμῆς ὑπηρξεν ἀνταπόκρισις εἰς τό αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Σχολῆς, παρ' ὅλον ὅτι ἐξέλιπον οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους ἐξηναγκάσθη νά κλείσῃ, ἐφ' ὅσον ἀπό τίνος χρόνου ἔχει ἐπιτραπῇ ἐκ νέου διά νόμου ἡ ἀπαναλειτουργία τῶν ἰδιωτικῶν Πανεπιστημίων, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία εἶχεν ἀπαγορευθῇ τό ἔτος 1971, καί εἰς τά ὁποῖα περιελήφθη καί ἡ κατά Χάλκην Θεολογική Σχολή ὡς ἰσότιμος πρός ἐκεῖνα.

Ἡ μέχρι τοῦδε ἄρνησις τῶν κρατικῶν Ἀρχῶν νά χορηγήσουν τήν ἄδειαν νά ἐπαναλειτουργήση ἡ Σχολή εἴτε μέ βάσιν τόν Κανονισμόν τοῦ 1951, μέ τόν ὁποῖον ἐγκαινιάσθη ἡ Τετάρτη περίοδος τῆς λειτουργίας της, εἴτε μέ ἀναγνώρισιν τῆς Πανεπιστημιακῆς αὐτῆς ἰσοτιμίας, ἐφ’ὅσον αὐτός ἦτο ὁ λόγος τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λειτουργίας της, ἀποδεικνύει περιτράνως, ὅτι οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους τό Ὑπουργεῖον ἐπί τῆς Παιδείας ἐξηνάγκασεν τήν Σχολή νά κλείσῃ τάς πύλας της, πρέπει νά ἀναζητηθοῦν ὄχι εἰς τήν ἐκπαιδευτικήν διαβάθμισίν της καί τήν ἐξίσωσίν της μέ τάς ἰδιωτικάς Πανεπιστημιακάς Σχολάς—τοῦτο ἀπετέλει καθαρό προσχημα— ἀλλά εἰς ἄλλα βαθύτερα αἴτια, εἰς τά ὁποῖα μέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου προσετέθησαν καί ἄλλα ὀξύτερα, ἀπομακρύνοντά τό ὅλον θέμα τῆς ἀναστολῆς τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, ἀπό τήν ἀρχικήν βάσιν τῆς δημιουργίας του.

Πάντα ταῦτα ἀφήνουν νά νοηθῇ, ὅτι ἡ ἐπαναλειτουργία τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, σήμερα, μέ τάς διαμορφωθείσας ἐξαιρετικά δυσμενεῖς καί ἄκρως ἀπογοητευτικάς συνθήκας εἰς τήν ζωήν καί τήν διαβίωσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ὁμογενείας εἰς τήν Πόλιν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς διαφορετικαί καί ἀσύγκριτοι μέ ἐκείνας μεταξύ τῶν ἐτῶν 1951 - 1955, εἶναι λίαν προβληματική. Ἡ Σχολή μέ τά σημερινά δεδομένα διά νά ἐπαναλειτουργήσῃ κανονικά καί ἀποδοτικά θά πρέπει ἡ Τουρκική κυβέρνησις μαζί μέ τήν χορήγησιν τῆς πρό τοῦτο ἀδείας, νά παράσχῃ ταυτόχρονα καί ὅλας τάς ἀπαιτουμένας διευκολύνσεις, πού θά συντελέσουν εἰς τήν ἀποτελεσματικήν ἀπόδοσιν τῆς λειτουργίας της, ἐπιτρέπουσα ὁπωσδήποτε τήν ἐλευθέραν καί ἄνευ περιορισμῶν πρόσληψιν καί ἐγγραφήν εἰς αὐτήν σπουδαστῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς συνέβαινε ἀπό τό ἔτος 1951 - 1955, καθώς καί τόν διορισμόν καθηγητῶν ἐκ τῶν πολλῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀποφοίτων της Σχολῆς, οἱ ὁποίοι κατέχουν ἤδη τό καθηγητικόν ἀξίωμα καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι κέκτηνταί τά πρός τοῦτο τυπικά προσόντα, οὕτως ὥστε νά συμπληρωθοῦν τά κενά, τά ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ πάροδος τοῦ χρόνου μέ τήν εἰς Κύριον ἐκδημίαν σεβαστῶν Διδασκάλων καθώς καί ἡ ἀναγκαστικά ἀποχώρησις ἄλλων, λόγω ὁρίου ἡλικίας, καί νά προστεθοῦν εἰς τούς ὀλίγους ἐναπομείναντας ἀπό τόν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν τῆς Τετάρτης περιόδου τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς.

Αἱ προβλέψεις δέν εἶναι αἰσιόδοξοι. Ὅμως ἡ Α. Θ. Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀέναος εὐγνωμοσύνη πρός τήν ἐκθρέψασαν αὐτόν Θεολογικήν Σχολήν καί ἡ βαθεῖα πρός αὐτήν ἀγάπη καί ἀφοσίωσις καί τό ἀνύστακτον ἐνδιαφέρον δέν ἔπαυσαν οὐδέ ἐπί στιγμήν νά ἐκδηλοῦνται, ἀπό τῆς ἀναρρήσεώς του εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον, παρ' ὅλας τάς δυσκολίας καί τάς ἀντιξοότητας συνεχίζει τόν ἀγῶνα καί τήν σταυροφορίαν διά τήν ἐπαναλειτουργίαν τῆς Τροφοῦ Μητρός Σχολῆς. Αἱ εὐχαί τῶν ἀοιδίμων Σχολαρχῶν καί Καθηγητῶν αὐτῆς καθώς καί τῶν ἐν τῆ ζωῆ ἀποφοίτων Διδασκάλων καί μαθητῶν της ἀσφαλῶς εἶναι μαζί του καί τόν συνοδεύουν.