Διδακτικό προσωπικό

Διδακτικό προσωπικό

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὃταν στά μέσα τοῦ ΙΘ’ αἰώνα, γιά τήν ἀπόκρουση τῶν προκλήσεων νεοφανῶν φιλοσοφικῶν καί θρησκευτικῶν ρευμάτων καί τάσεων τῆς Δύσης, ὁδηγήθηκε στή ἀπόφαση τῆς ἳδρυσης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης ὡς θεολογικοῦ ἐπιτελικοῦ κέντρου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τό θέμα τῆς ἐπιστημονικῆς στελέχωσης αὐτοῦ ἐμφάνισε σοβαρές δυσκολίες. Μία σειρά θεμάτων κατεπείγοντος χαρακτήρα καθιστοῦσαν ἐπιτακτική τήν ἀνάγκη συγκρότησης τοῦ θεολογικοῦ «ἐπιτελείου» τοῦ Θρόνου. Ὁ Ἀρχιμ. Κωνσταντῖνος Τυπάλδος-Ἰακωβᾶτος, ἀπό τήν Κεφαλλονιά, μέ ἀξιόλογη θεολογική καί φιλοσοφική συγκρότηση καί σημαντική διοικητική πεῖρα ἀνέλαβε τή διεύθυνση τῆς Σχολῆς.

Ἐπειδή κύριος στόχος τῆς Σχολῆς ἦταν ἡ κατάρτιση κληρικῶν γιά τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου στίς ἐπαρχίες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου προκειμένου νά προστατεύσουν τό Ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀπό αἱρετικές διδασκαλίες, ἰδιαίτερη ἒμφαση δόθηκε στήν κήρυγματική θεολογία καί στήν ἐκμάθηση ξένων γλωσσῶν. Ἒτσι, στίς 14 Ἰουλίου τοῦ 1848, ἀναγορεύονται σέ Διδασκάλους τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας οἱ πρῶτοι ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς.

Οἱ μεταβλητές τῶν μετανεωτερικῶν φιλοσοφικῶν τάσεων καί ρευμάτων τῆς Δύσης καί τῶν πολιτικῶν συγκυριῶν τῶν ἐξελίξεων στό πλαίσιο τῆς διαπάλης Ἀνατολῆς καί Δύσης ὑπῆρξαν ὡς τόσοι καθοριστικοί παράγοντες γιά τή δομολειτουργική ἀναδιοργάνωση τῆς Σχολῆς καί τήν ἐπανασύνταξη τοῦ προγράμματος διδασκαλίας τῶν μαθημάτων. Τό γεγονός αὐτό εἶχε ὡς συνάρτηση, κατ’ἐπέκταση, τό θέμα τῶν δημιουργούμενων νέων ἀναγκῶν σέ διδακτικό Προσωπικό, μέ ὃ,τι αὐτό, βέβαια, σήμαινε γιά τόν ἐλλειμματικό οἰκονομικό προϋπολογισμό κάλυψης τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τῆς Σχολῆς.

Κατά τήν ὑπεραιωνόβια λειτουργία τῆς Σχολῆς σημαντικές προσωπικότητες τῆς θεολογικῆς ἐπιστημονικῆς ἒρευνας σφράγισαν μέ τήν παρουσία καί τήν προσφορά τους τήν ἱστορία τῆς Σχολῆς, ἀλλά καί τήν πορεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου στά θεολογικά δρώμενα τῶν 150 ἐτῶν ἀπό τήν ἳδρυση τῆς Σχολῆς.

Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ Γ’ περίοδος λόγῳ τῶν ἀντιξοοτήτων πού ἀντιμετώπισε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο γιά τήν ἀναδιοργάνωση τῆς Σχολῆς πρός ἀντιμετώπιση τῶν προκλήσεων καί τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ραγδαίων ἐξελίξεων, τόσο σέ πολιτικό, ὃσο καί σέ διαχριστιανικό ἐπίπεδο, γιά τήν πραγμάτωση τῆς οἰκουμενικῆς ἀποστολῆς της.

Μετά τήν ἒγκριση ἀπό μέρους τῆς τουρκικῆς κυβέρνησης (1929-1930) νά λειτουργήσει ἡ Σχολή στή βάση ἑπτάχρονου κύκλου σπουδῶν, ἡ Ἐφορεία ἀντιμετώπισε θέμα κάλυψης κενῶν διδακτικοῦ Προσωπικοῦ. Ἡ ἂρνηση τῶν Ἀρχῶν γιά τήν πρόσληψη διδασκόντων ξένης ὑπηκοότητας ἐπέβαλε τήν λύση τῆς συνδιδασκαλίας, χωρίς, βέβαια, αὐτή νά συμβάλει στήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος. Χάρη ὃμως στόν ἐνθουσιασμό, στήν ἀφοσίωση καί στόν ἒνθεο ζῆλο τῶν διδασκόντων κατέστη δυνατή ἡ ὑπέρβαση τῶν πραγματικῶν δυσχερειῶν σέ ἐπίπεδο ἐφαρμογῆς τοῦ Ἀναλυτικοῦ Πρόγραμματος διδασκαλίας τῆς Σχολῆς. Βέβαια, δέν πρέπει νά παραθεωρήσει κανείς τίς συγγνωστές ἀρνητικές συνέπειες σέ ἐπίπεδο προσφορᾶς ὓλης καί διδακτικῆς μεθοδολογίας, πού εἶχε ἡ ἀνωτέρω ἐπιλογή γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος.

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαρκοῦς κάλυψης τῶν κενῶν σέ διδακτικό Προσωπικό δέν ἐξαντλεῖται στήν ἀποτελεσματική ἐφαρμογή καί λειτουργία τοῦ προγράμματος διδασκαλίας, ἀλλά ἐκτείνεται καί στόν ἐπιτελικό ρόλο τόν ὁποῖο καλοῦνται ν’ ἀσκήσουν τά μέλη τοῦ Συλλόγου τῶν Καθηγητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἀπό τήν ἒναρξη τῆς Δ’ περιόδου τό ἒτος 1951 κατέστη δυνατή ἡ κάλυψη τῶν κενῶν διδασκόντων εὐάριθμων γνωστικῶν ἀντικειμένων, μέ τό διορισμό νέων καθηγητῶν, ὑποτρόφων τῆς Σχολῆς, πού ἐπέστρεψαν ἀπό τίς μεταπτυχιακές σπουδές τους στό Ἐξωτερικό.

Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν ἀπασχολούντων τήν Ἐκκλησία ζητημάτων ποικίλου χαρακτήρα, ἒντασης καί ἒκτασης εἶχε ὡς προϋπόθεση τήν ἐνδελεχῆ μελέτη αὐτῶν καί τή θεολογική στήριξή τους. Ἡ διοικοῦσα Ἐκκλησία παρέπεμπε τά κατά καιρούς ἀναφυόμενα ζητήματα γιά θεολογική ἐπεξεργασία καί γνωμοδότηση, μέ σαφεῖς ὁδηγίες καί κατευθύνσεις, στό Σύλλογο τῶν Διδασκόντων.

Καί ἐνῶ οἱ προβληματισμοί περί τήν πίστη, τή διοίκηση καί τίς διομολογιακές σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζουν ἐντυπωσιακή αὒξηση καί συνθετότητα, οἱ δυσμενεῖς ἱστορικές ἐξελίξεις στό χῶρο τῆς γεωπολιτικῆς λειτουργίας τοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας συρρικνώνουν τή δυναμική τῆς δράσης του.

Ὁ ρόλος τῶν μελῶν τοῦ Καθηγητικοῦ Σώματος τῆς Σχολῆς εἶναι οὐσιαστικός στή διοργάνωση Πανορθοδόξων συνεδρίων, στήν προώθηση σημαντικῶν θεολογικῶν διαλόγων, στήν ἀντιμετώπιση ἐκκλησιαστικῶν σχισμάτων καί στήν προετοιμασία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, καθ’ ὃτι καλοῦνται, ὂχι μόνον ν’ἀνταποκριθοῦν στή συστηματική προετοιμασία αὐτῶν (μελέτες, εἰσηγήσεις), ἀλλά καί νά στηρίξουν, μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή τους στίς ἀνωτέρω δραστηριότητες τίς θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς ἐκπρόσωποι αὐτοῦ. Χωρίς ἀμφιβολία, ἡ πολύπλευρη καί πολυδιάστατη συμβολή τῶν Διδασκόντων τῆς Σχολῆς στήν ἀντιμετώπιση ἱστορικῶν γιά τήν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπιλογῶν καί ὁ ρόλος τους στό διαχριστιανικό τομέα ἀνέδειξε αὐτούς δυναμικούς πνευματικούς ἐπιτελεῖς στούς ἀγῶνες τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὂχι μόνο σέ ἐπίπεδο τῆς οἰκουμενικῆς δραστηριότητας αὐτῆς, ἀλλά καί ἀντιμετώπισης τῶν ἂμεσων διοικητικῶν καί πνευματικῶν ἀναγκῶν τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ Καθηγητές τῆς Σχολῆς συμμετεῖχαν σέ συνοδικές Ἐπιτροπές, ἀποτελοῦσαν τό συμβουλευτικό σῶμα ἐπί θεμάτων ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν τοῦ Πατριαρχείου καί εἶχαν τή δική τους συμβολή στή διακονία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου στό κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Θεολογική Σχολή Χάλκης, παράλληλα μέ τό πρόβλημα τῆς στελέχωσης τοῦ διδακτικοῦ δυναμικοῦ της, κλήθηκε ν’ ἀντιμετωπίσει καί τό θέμα τῆς ἀκαδημαῒκῆς ἰσοτιμίας αὐτῆς ἒναντι ἀντίστοιχων πανεπιστημιακῶν Σχολῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἡ Σχολή ἀναγνωριζόταν ἀπό τό ὑπουργεῖο Παιδείας τῆς Τουρκίας ὡς μεταδευτεροβάθμια εἰδική ἐπαγγελματική σχολή. Ἡ ἂρνηση τῆς τουρκικῆς κυβέρνησης χορήγησης πανεπιστημιακῆς ἰσοτιμίας, ἐπικαλούμενης προσχηματικά συνταγματικούς λόγους, ἀκόμη καί μετά τήν τροποποίηση τοῦ σχετικοῦ ἂρθρου τοῦ Συντάγματος κατά τή δεκαετία τοῦ 1960, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε τή λειτουργία ἰδιωτικῶν πανεπιστημίων, δέν ἐπηρέασε τό διεθνές ἀκαδημαϊκό status καί κῦρος τῆς Σχολῆς.

Ἡ Δ’ περίοδος τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης ὑπῆρξε λαμπρά, γιατί κατόρθωσε ν’ ἀναδείξει τήν πολυεπίπεδη ἐπίζηλη δυναμική τῆς ἰδιοπροσωπίας της. Διακρίθηκε γιά τήν πολύτιμη προσφορά της, ὂχι μόνον στό χῶρο τῆς θεολογικῆς ἒρευνας, ἀλλά καί τῆς Ὀρθόδοξης μαρτυρίας αὐτῆς ἀνά τόν κόσμο ὡς διάκονος τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ σεπτοῦ Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἰδιαίτερα δέ, ἀναδείχθηκε σέ ἐπιτελικό κέντρο γιά τήν πνευματική ἀποστολή καί τό ἒργο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀσφαλῶς, δέν θά πρέπει νά παραθεωρήσει κανείς τό γεγονός, ὃτι, κατά θεία πρόνοια, στό πλαίσιο εὐνοϊκῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν τῆς Δ΄περιόδου, σημαντικές ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες συνέβαλαν, ἀπό τό 1951 ἓως τό 1971, στή διεθνῆ ἐπιστημονική καί πνευματική ἀκτινοβολία τῆς Σχολῆς. Γι’αὐτό καί ἡ παγκόσμια πανεπιστημιακή κοινότητα, ἀναγνωρίζουσα τό ἒργο καί τήν προσφορά της, ἒκανε δεκτούς τούς ἀποφοίτους αὐτῆς, ὂχι μόνον στά πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης, τῶν Η.Π.Α. καί τῆς Αὐστραλίας γιά μεταπτυχιακές σπουδές, ἀλλά πρόσφερε σ’αὐτούς καί τή δυνατότητα νά καταλάβουν θέσεις Δ.Ε.Π. στίς Θεολογικές Σχολές τῆς ἡμεδαπῆς καί τοῦ Ἐξωτερικοῦ.

Ἀτυχῶς, ἡ Σχολή βρέθηκε στό κέντρο τῆς περιδίνησης τῶν σχέσεων Ἑλλάδας-Τουρκίας λόγῳ τοῦ κυπριακοῦ προβλήματος καί τῶν πολιτικῶν ἀνατροπῶν στήν πολιτειακή ζωή τῆς Τουρκίας. Ἀποτέλεσμα αὐτῶν ὑπῆρξε τό κλείσιμο τῆς Σχολῆς τό 1971 ἀπό μέρους τῆς τουρκικῆς κυβέρνησης, μέ τό ἐπιχείρημα ὃτι τό Σύνταγμα τῆς χώρας δέν ἐπιτρέπει τή λειτουργία ἰδιωτικῶν πανεπιστημίων, παρά τό γεγονός ὃτι ποτέ δέν ἀναγνώρισαν τή Σχολή ὡς ἳδρυμα τριτοβάθμιας ἐκπαίδευσης. Ἐπρόκειτο περί ἐνέργειας, μέ εὐρύτερη πολιτική σκοπιμότητα στό κλίμα τῶν δυσμενῶν διακυμάνσεων τῶν σχέσεων Ἑλλάδας–Τουρκίας.

Αὐτό ἀσφαλῶς δέν παύει νά εἶναι κατάφωρη παραβίαση τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας καί στέρηση τοῦ αὐτονόητου δικαιώματος πρόσβασης στά μορφωτικά ἀγαθά συγκρότησης, ἀνάπτυξης καί καλλιέργειας τῆς ἰδιοπροσωπίας τοῦ πολίτη κάθε εὐνομούμενης πολιτείας. Τό γεγονός αὐτό ἒχει καταγγελθεῖ ὁμόφωνα ἀπό τή διεθνῆ κοινότητα καί ἡ Τουρκία συνεχῶς ἐγκαλεῖται γιά παραβίαση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἀπό τούς διεθνεῖς ὀργανισμούς.

Ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαῖος, ἀπό τῆς ἐκλογῆς του μέχρι σήμερα, ἒχει ἀναλάβει πολυεπίπεδο ἀγώνα γιά τήν ἂρση τῆς ἂδικης ἀπόφασης ἀπό μέρους τῶν τουρκικῶν Ἀρχῶν, μέ τήν ἀταλάντευτη καί ἀμέριστη συμπαράσταση τῶν ἀρχηγῶν κρατῶν, τῶν κοινοβουλίων αὐτῶν καί τῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν.