Δομή και λειτουργία

Δομή και λειτουργία

Ἡ ἱστορία τῆς Σχολῆς διακρίνεται σέ τέσσερις περιόδους, οἱ ὁποῖες προσδιορίζονται ἀπό διαφοροποιήσεις τῆς ὀργανωτικῆς δομῆς καί λειτουργίας της. Οἱ περίοδοι αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς:

  1. ἀπό τό 1844 ἓως τό 1919 λειτουργεῖ, μέ τετραετές Γυμνάσιο καί τριετῆ Θεολογική Σχολή
  2. ἀπό τό 1919 ἓως τό 1923 καταργεῖται τό Γυμνάσιο καί λειτουργεῖ ὡς Ἀκαδημία πενταετοῦς φοίτησης
  3. ἀπό τό 1923 ἓως τό 1951 λειτουργεῖ, μέ τή δομή τῆς πρώτης περιόδου, ἢτοι ἑπταετῆ κύκλο σπουδῶν
  4. ἀπό τό 1951 ἓως τό 1971, ὁπότε καί ἀνεστάλη ἡ λειτουργία της μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς κυβέρνησης, λειτούργησε, μέ πλῆρες Λύκειο καί τετραετῆ κύκλο Θεολογικῶν σπουδῶν

Ἡ λειτουργία τῆς Σχολῆς κατά τίς ἀνωτέρω τέσσερις περιόδους ρυθμιζόταν ἀπό εἰδικούς Κανονισμούς, τούς ὁποίους συνέτασσε ὁ Σύλλογος τῶν Καθηγητῶν σέ συνεργασία μέ τήν Ἐφορεία τῆς Σχολῆς καί τούς ἐπικύρωνε ἡ Ἱ. Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἀπό τό 1844 μέχρι τό 1951 ἐκδόθηκαν συνολικά ἑπτά Κανονισμοί.

Ἡ Θεολογική Σχολή Χάλκης, ἀνώτατο ἐκπαιδευτικό ἳδρυμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τελεῖ ὑπό τήν ἐποπτεία καί τόν ἒλεγχο τοῦ Προκαθημένου τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς περί Αὐτόν Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου. Ἐποπτικό καί ἐλεγκτικό ὂργανο τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς εἶναι εἰδικό σῶμα ὑπό τήν ἐπωνυμία «Ἐφορεία τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης», τά μέλη τοῦ ὁποίου διορίζονται ὑπό τῆς Ἱ. Συνόδου καί εἶναι Ἀρχιερεῖς. Οἱ ἁρμοδιότητες τοῦ ἐφορευτικοῦ σώματος καλύπτουν θέματα οἰκονομικοῦ καί ὀργανωτικοῦ χαρακτήρα. Ἡ Ἐφορεία τῆς Σχολῆς συνεργάζεται μετά τοῦ Σχολάρχου καί τοῦ Συλλόγου τῶν Καθηγητῶν τῆς Σχολῆς.

Τή διεύθυνση τῆς Σχολῆς ἀσκεῖ κληρικός καθηγητής αὐτῆς καί φέρει τό τίτλο «Σχολάρχης». Εἶναι ex officio μόνιμος πρόεδρος τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν καί ἡγούμενος τῆς ἰδιόμορφης κοινοβιακῆς μοναστικῆς ἀδελφότητας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ὁποία συγκροτοῦν οἱ φοιτοῦντες στή Σχολή. Εἶναι σημαντικό στό σημεῖο αὐτό ν’ἀναφερθεῖ ὃτι ἡ θητεία τῶν Σχολαρχῶν λειτουργεῖ στίς προσεγγίσεις τῆς ἱστορίας τῆς Σχολῆς ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς γιά τήν καταγραφή τῆς ἱστορικῆς πορείας τῆς Σχολῆς. Ἡ ἐπιλογή τοῦ κριτηρίου αὐτοῦ γιά τήν ἱστόρηση τῆς ζωῆς καί δράσης τῆς Σχολῆς ὀφείλεται σέ δύο παράγοντες : α) ὃτι οἱ θητεύσαντες ὡς Σχολάρχες ἦταν διακεκριμένες ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες, μέ ὃραμα ζωῆς τή διακονία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκλησίας καί, β) ἡ ἑδραία πεποίθηση ὃτι τό μέλλον καί ἡ πορεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἦταν ἂρρηκτα συνδεδεμένα μέ τή δυναμική λειτουργία τῆς Σχολῆς ὡς πνευματικοῦ φυτωρίου αὐτοῦ γιά τή προπαρασκευή τῶν στελεχῶν του.

Ἡ Γραμματεία τῆς Σχολῆς λειτουργοῦσε ὑπό τήν ἐποπτεία Καθηγητῆ τῆς Σχολῆς, ὁριζόμενου ὑπό τοῦ Σχολάρχου. Γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἱδρύματος καί τήν ἐφαρμογή τῶν σχετικῶν κανονισμῶν διορίζεται ἀπόφοιτος τῆς Σχολῆς, συνήθως κληρικός, ὡς «Ἐπιμελητής».