Φοίτηση

Φοίτηση

Ἡ θέση καί ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδοξίας, στά διαχριστιανικά δρώμενα προσέδωσε, ὂχι μόνο διορθόδοξο, ἀλλά καί οἰκουμενικό χαρακτήρα στή λειτουργία καί τή θεολογική παρουσία τῆς Σχολῆς στόν κόσμο.

Ἒτσι, ἡ Σχολή προσέλκυσε φοιτητές ἀπό ὃλες τίς χῶρες τῶν πνευματικῶν δικαιοδοσιῶν τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων καί τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὃπως ἐπίσης καί ἐξ ἑτεροδόξων φίλων Ἐκκλησιῶν. Ἰδιαίτερα, κατά τήν Δ’ περίοδο τῆς λειτουργίας τῆς Σχολῆς, ἡ αἲσθηση τῆς οἰκουμενικότητας αὐτῆς ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἒντονη, μέ τήν παρουσία Σέρβων, Βουλγάρων, Ἀλβανῶν, Σύρων Αἰθιόπων κ. ἂ. φοιτητῶν. Στή Σχολή γίνονται δεκτοί μόνον ἂρρενες φοιτητές, ἐπειδή ἓνα βασικό ἀναγνωριστικό στοιχεῖο τῆς ἰδιοπροσωπίας τῆς Σχολῆς εἶναι ὃτι ἀποτελεῖ ἰδιόρρυθμη μοναστική ἀδελφότητα.

Σύμφωνα, μέ τόν τελευταῖο Κανονισμό τῆς Δ’περιόδου, ἡ Σχολή λειτουργοῦσε μέ δύο τμήματα: α) τό Λυκειακό (τριτάξιο) καί β) τό Θεολογικό (τετραετής φοίτηση). Στό Λυκειακό Τμῆμα γίνονται δεκτοί μαθητές, ἀπόφοιτοι Γυμνασίων, ὓστερα ἀπό εἰδική εἰσαγωγική ἐξέταση. Γενικός ὃρος εἰσαγωγῆς καί στά δύο Τμήματα, τό Λυκειακό καί τό Θεολογικό εἶναι ἡ συνυποβολή, μεταξύ τῶν ἂλλων δικαιολογητικῶν, συστατικῆς ἐπιστολῆς τοῦ οἰκείου ποιμενάρχου τοῦ ἐνδιαφερομένου.

Στό Θεολογικό Τμῆμα τῆς Σχολῆς ἐγγράφονται ἂνευ ἐξετάσεων οἱ ἀπόφοιτοι τοῦ Λυκείου τῆς Σχολῆς, λειτουργοῦντος καί ὡς προπαρασκευαστικοῦ τμήματος αὐτῆς. Γίνονται ἐπίσης δεκτοί καί ἀπόφοιτοι Λυκείων ἐξ Ἑλλάδος ἢ ἂλλων χωρῶν, ἐφ’ὃσον πληροῦν ὁρισμένες προϋποθέσεις. Προτεραιότητα ἐγγραφῆς ἒχουν οἱ ἀπόφοιτοι Λυκείων τῆς Κωνσταντινούπολης, καθ’ὃτι αὐτοί ἀναμένεται, ὡς κληρικοί, νά στελεχώσουν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἂλλωστε, αὐτός εἶναι καί ὁ βασικός σκοπός τῆς ἳδρυσης καί λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης, «ἡ προσήκουσα τοῖς λειτουργοῖς τοῦ Ὑψίστου ἐκπαίδευσις».

Τό ἀναλυτικό πρόγραμμα (curriculum) διδασκαλίας μαθημάτων ἀναδομήθηκε καί ἐμπλουτίστηκε μέ νέα γνωστικά ἀντικείμενα θεολογικῶν σπουδῶν, στό πλαίσιο τῆς ἀναδιοργάνωσης τῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία ἂρχισε κυρίως ἐπί πατριαρχίας Μαξίμου τοῦ Ε΄ καί ὁλοκληρώθηκε ἐπί Ἀθηναγόρου τοῦ Α’, ὣστε ν’ἀνταποκρίνεται στούς σύγχρονους θεολογικούς προβληματισμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τίς ποιμαντικές ἀνάγκες της.

Οἱ φοιτητές τῆς Σχολῆς κατά τή διάρκεια τῶν σπουδῶν τους «εἶχον ἃπαντα κοινά» ὡς μοναστική Ἀδελφότητα. Κοινή προσευχή, κοινή τράπεζα καί κοινή προπαρασκευή στήν πρόσκτηση τῆς κατά Θεόν γνώσης. Ἡ παρουσία στίς παραδόσεις τῶν μαθημάτων εἶναι ὑποχρεωτική, ὃπως καί στά σπουδαστήρια, γιά τή μελέτη τῶν μαθημάτων, σέ τακτές ὧρες προβλεπόμενες ἀπό τό ἡμερήσιο πρόγραμμα.

Οἱ φοιτητές ὂφείλαν νά παραδώσουν φροντιστηριακές γραπτές ἐργασίες ἐρευνητικοῦ χαρακτήρα σέ διάφορα γνωστικά ἀντικείμενα τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης στόν οἰκεῖο Καθηγητή, καθ’ὃλη τή διάρκεια τοῦ τετραετοῦς κύκλου τῶν σπουδῶν τους. Οἱ τεταρτοετεῖς φοιτητές, ἀνάλογα μέ τά ἐνδιαφέροντά τους, πρίν ἀπό τις πτυχιακές ἐξετάσεις ἒπρεπε νά ἐπιλέξουν θέμα γιά τήν ἐπί πτυχίῳ διατριβή τους, ὁ βαθμός τῆς ὁποίας συνυπολογιζόταν στήν τελική βαθμολογία τοῦ πτυχίου. Γιά τήν κρίση τῆς διατριβῆς ὁ φοιτητής ὂφειλε νά ἐμφανιστεῖ ἐνώπιον ὁριζόμενης Ἐπιτροπῆς ἐκ Καθηγητῶν τῆς Σχολῆς καί νά ὑποστηρίξει τίς θέσεις του.

Ἡ θεματολογία τῶν διατριβῶν τῆς Δ’ περιόδου ἐκτεινόταν σέ ὃλο τό φάσμα τῶν διδασκομένων μαθημάτων. Πολλοί ἐκ τῶν ἀποφοίτων τῆς Σχολῆς τίς ἐπί πτυχίῳ διατριβές τους, ὓστερα ἀπό μία περαιτέρω ἐπεξεργασία, ἀνάπτυξη καί διασκευή, τίς ὑπέβαλαν σέ ξένα πανεπιστήμια καί ἐλάμβαναν διδακτορικό δίπλωμα.

Στό τέλος τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἒτους καί μετά τό πέρας τῶν πτυχιακῶν ἐξετάσεων, ἐλάμβανε χώρα ἡ τελετή τῆς καθοσιώσεως τῶν ἀποφοίτων, κατά τήν ὁποία ὁ Πατριάρχης ἐπέδιδε στούς σπουδαστές τήν περγαμηνή πατριαρχικόν πιττάκιον, μέ τό ὁποῖο ἀπένειμε ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας τόν τίτλο τοῦ «Διδασκάλου τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας».

Οἱ σχέσεις Καθηγητῶν-σπουδαστῶν, πού διαμορφώνονται στό κλίμα τῆς μοναστικῆς κοινότητας φέρουν τό χαρακτήρα μιᾶς ἀδελφοποιητικῆς κοινωνίας πρεσβυτέρων καί νεωτέρων ὁμογαλάκτων τέκνων τῆς Τροφοῦ Σχολῆς. Σ’ἓνα τέτοιο κλίμα πραγματώνεται ἡ ἀπό μέρους τῶν διδασκόντων πνευματική χειραφέτηση τῶν σπουδαστῶν στούς λειμῶνες τῆς πατερικῆς παράδοσης καί σοφίας, γεγονός τό ὁποῖο δέν προάγει μόνο τήν «κατά Χριστόν παιδαγωγίαν», ἀλλά σφυρηλατεῖ καί μία σχέση πνευματικῆς πατρότητας.

Τό στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς συγγένειας διαποτίζει διαχρονικά τούς ἀποφοίτους τῆς Σχολῆς. Ἡ κοινή πνευματική ἀναφορά χαρακτηρίζεται ἀπό μία χωροχρονική ὑπερβατικότητα, στό βαθμό, πού ἀπόφοιτοι ἀπομακρυσμένων χρονικῶν περιόδων, νά βιώνουν τήν οἰκειότητα τῶν κοινῶν πνευματικῶν δεσμῶν στίς συναντήσεις τους.