Ιστορικό

Ιστορικό

Ὁ ΙΘ’ αἰώνας χαρακτηρίζεται ἀπό πολυεπίπεδες προκλήσεις τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ καί τῶν νεωτερικῶν ρευμάτων καί τάσεων,πού προκαλοῦν ἒντονες κρίσεις, ὂχι μόνον στίς κοινωνικο-οικονομικές δομές, ἀλλά καί σοβαρές ἀναταράξεις στίς ἀξιακές δομές τῶν θεσμῶν. Ἡ ἐμφάνιση νεοφανῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων ὁδήγησε σέ σημαντικές ἀμφισβητήσεις παγιωμένων θέσεων καί ἀντιλήψεων τοῦ χριστιανισμοῦ στή Δύση, οἱ ὁποῖες ἐνισχύθηκαν μέ τήν δραστηριότητα τοῦ Προτεσταντικοῦ προσηλυτισμοῦ.

Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό σεπτό Κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπῆρξε ἂμεσος ἀποδέκτης τῆς πρόκλησης αὐτῆς καί τῶν περιδινήσεων, πού προκλήθηκαν σέ θεολογικό καί διομολογικό ἐπίπεδο. Ἡ γεωπολιτική κομβική θέση καί λειτουργία τῆς Πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης κατέστησε αἰσθητή τήν ἀνάγκη τῆς ἀνασυγκρότησης τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.Ἡ δημιουργία ἑνός ἐπιστημονικοῦ καί πνευματικοῦ ἐπιτελικοῦ κέντρου γιά τήν πληρέστερη ἐπιστημονική κατάρτιση τῶν στελεχῶν της ὑπῆρξε ἐπιτακτική. Τό γεγονός αὐτό ὑπαγόρευσε τήν ἳδρυση Θεολογικῆς Σχολῆς στή νῆσο Χάλκη τῶν Πριγκηποννήσων.

Ἒτσι, στήν ἀνακαινισμένη Ἱ. Μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῆς ὁποίας ὁ χρόνος ἳδρυσης ἀνάγεται στούς βυζαντινούς χρόνους, ἐπί πατριαρχείας Γερμανοῦ τοῦ Δ’ (1842-5), ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Παῒσιος, τήν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 1844, στό πλαίσιο εἰδικῆς τελετῆς, εὐλόγησε τήν ἒναρξη τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης.

Οἱ κτιριακές ἐγκαταστάσεις τῆς Μονῆς ἦταν ἐπαρκεῖς γιά τήν κάλυψη τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν τῆς Σχολῆς. Ἀτυχῶς , ὃμως ὁ σεισμός τῆς 28ης Ἰουνίου 1894 ὑπῆρξε καταστρεπτικός, μέ ἀποτέλεσμα νά μετατρέψει σέ ἐρείπια τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κτιριακοῦ συγκροτήματος.

Στήν ἒκκληση τοῦ Πατριαρχείου γιά οἰκονομική συμβολή πρός ἀνοικοδόμηση τῶν κτιρίων τῆς Σχολῆς ἀνταποκρίθηκε ὁ ὁμογενής Παῦλος Σκυλίτσης Στεφάνοβικ, εὐεργέτης τοῦ Γένους, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τήν δαπάνη ἀνέγερσης τοῦ σημερινοῦ ἐπιβλητικοῦ κτιρίου τῆς Σχολῆς. Τά ἐγκαίνια αὐτοῦ ἒγιναν τήν 6η Ὀκτωβρίου 1896.

Ἒκτοτε, κατά περιόδους καί μέχρι σήμερα, ἒλαβαν χώρα πολλές ἀνακαινιστικές παρεμβάσεις στίς κτιριακές ἐγκαταστάσεις τῆς Σχολῆς καί ἀναβαθμίσεις τοῦ ἐξοπλισμοῦ της πρός ἀντιμετώπιση τῶν λειτουργικῶν ἀναγκῶν της. Σήμερα, ἡ Σχολή βρίσκεται σέ πλήρη ἑτοιμότητα γιά νά ἐπαναλάβει τή λειτουργία της καί δύναται νά στεγάσει περί τούς 120 φοιτητές.